Ο Βάρβαρος κι Ανίερος Εμπρησμός

Το 1995, ανήμερα Χριστούγεννα, τότε που έκαιγαν τις εκκλησίες τη μία μετά την άλλη, έγινε η αρχή από την εκκλησία της Παναγίας. Κάποιοι βέβηλοι, αφού έσπασαν τα παράθυρα στον πρόναο, πέταξαν μέσα εύφλεκτες ύλες και η εκκλησία παραδόθηκε στη φωτιά και στην καταστροφή. Από τη φωτιά έγιναν μεγάλες ζημιές και κάηκαν όλα τα προσκυνητάρια και οι εικόνες που υπήρχαν στον πρόναο. Ακόμα και τα ασημένια κανδήλια που υπήρχαν εκεί, έλιωσαν από την υψηλή θερμοκρασία. Ορισμένα από τα γλυπτά που βρίσκονταν στον πρόναο, ασβεστοποιήθηκαν μερικώς και διαλύθηκαν.

Ευτυχώς βέβαια, η φωτιά δεν προχώρησε μέσα στον κυρίως ναό. Ακριβώς στο σημείο που συνδέονται ο πρόναος με τον κυρίως ναό, ακριβώς εκεί, σταμάτησαν οι φλόγες. Στο σημείο αυτό υπήρχαν δύο λαμπάδες και ένα στασίδι κι ενώ οι λαμπάδες έλιωσαν ολοσχερώς , το στασίδι, ενώ μαύρισε από τον καπνό, δεν κάηκε καθόλου. Ήτανε λες και κάποιος είχε τυλίξει με ένα μεγάλο πέπλο τον κυρίως ναό κι εμπόδιζε τις φλόγες να περάσουν μέσα. Ωστόσο, η αιθάλη είχε καλύψει τα πάντα και η υπερβολικά υψηλή θερμοκρασία είχε προκαλέσει μεγάλες ζημιές σε πολλές εικόνες, στο ξυλόγλυπτο τέμπλο και σε άλλα αντικείμενα του κυρίως ναού, αλλά και του Άγιου Βήματος. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο π. Χαράλαμπος, εφημέριος της Παναγίας:

«Δυο γεγονότα θα θυμάμαι στη ζωή μου σαν τα πιο φοβερά. Το ένα ήταν όταν βομβάρδιζαν οι Τούρκοι κατά τη εισβολή στην Κύπρο, γιατί πραγματικά δεν ήξερες από πού να φυλαχτείς, γιατί βομβάρδιζαν και από θάλασσα και από ξηρά και από αέρα. Και το δεύτερο ήταν η φωτιά στην Παναγία. Με ειδοποίησαν ότι καίγεται η Παναγία. Είχα πάθει κολικό του νεφρού και ήμουνα ξαπλωμένος. Βγήκα έξω από το πρεσβυτέριο με τις πυτζάμες όπως ήμουν και είδα έντρομος να βγαίνουν μαύροι καπνοί από παντού, από τα παράθυρα, από τον τρούλο, μέχρι και από τα παράθυρα του ιερού. Τρέχοντας ξεκλείδωσα και άνοιξα την κεντρική είσοδο. Μόλις την άνοιξα με έζωσαν οι φλόγες και πετάχθηκα πίσω πέντε μέτρα. Πώς έκανα αυτό το άλμα προς τα πίσω; Ανθρώπινα δεν μπορώ να το εξηγήσω. Λες και κάποιος με άρπαξε και με πέταξε πίσω με ορμή. Όταν σβήστηκε η φωτιά μετά από ώρα, εγώ ανησυχούσα πιο πολύ για τα τρία ιερά αντικείμενα, την μικρή εικόνα της Κοιμήσεως, την εικόνα του θαύματος, που βρισκόταν στο κέντρο του ναού, και για τη θαυματουργή εικόνα, που βρισκόταν στο τέμπλο του Αποστόλου Παύλου. Μπαίνοντας μέσα στο ναό είδα ότι η μικρή εικόνα της Κοιμήσεως και η εικόνα του Θαύματος βρισκόντουσαν στη θέση τους. Απλά πυκνή αιθάλη είχε σκεπάσει το τζάμι των εικόνων. Θυμάμαι σκούπισα με το χέρι μου την αιθάλη που είχε καλύψει το τζάμι και οι εικόνες από κάτω φαινόταν ότι δεν είχαν πάθει τίποτα. Μετά πήγα προς το ιερό του Αποστόλου Παύλου, όπου βρισκόταν η θαυματουργή εικόνα. Η εικόνα ήταν στο τέμπλο του Αποστόλου Παύλου και ήτανε χωρίς τζάμι. Η μοναδική εικόνα που δεν είχε ποτέ τζάμι. Είχε μόνο ένα ασημένιο φωτοστέφανο η Παναγία και ήτανε και το χέρι της Παναγίας ασημωμένο. Η υπόλοιπη εικόνα ήτανε εντελώς απροστάτευτη. Η εικόνα δε φαινότανε καθόλου. Πυκνή αιθάλη την είχε καλύψει. Το μόνο που φαινόταν ήταν τα μάτια της Παναγίας. Είναι μια σκηνή που δεν θα τη ξεχάσω ποτέ. Τη θυμάμαι πάντα και συγκινούμαι. Να μη βλέπεις τίποτα παρά μόνο δυο μάτια, τα μάτια της Παναγίας, που κοιτούσαν παραπονεμένα σαν να μου έλεγαν: «Γατί να μου κάψουν την εκκλησία μου; Γιατί να κάνουν αυτό το μεγάλο κακό;». Και εκείνο το βράδυ, γονάτισα μέσα στα αποκαΐδια και είπα: «Παναγία μου, αφού επέτρεψες να γίνει αυτό το μεγάλο κακό τις μέρες που εγώ υπηρετώ εδώ στο ναό σου, αξίωσέ και μένα και τους ενορίτες σου, αλλά και όλους τους Ορχομένιους να ξαναφτιάξουμε την εκκλησία σου».»

Ο μεγάλος αγώνας που εξακολουθεί μέχρι και σήμερα

Έτσι ξεκίνησε ένας μεγάλος αγώνας. Έγινε πρώτα απ’ όλα ο καθαρισμός και η συντήρηση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας, με άριστα αποτελέσματα. Η εικόνα καθάρισε και τα χρώματα της ζωντάνεψαν. Όπως είπαν οι συντηρητές ο αγιογράφος της εικόνας είχε χρησιμοποιήσει πάρα πολύ καλά υλικά, ενώ η χάρις της Παναγίας την διατηρεί σε τέτοια κατάσταση που πολλοί νομίζουν ότι αγιογραφήθηκε μόλις πρόσφατα. Η εικόνα είναι ρωσικής τέχνης, ονομάζεται «Όμορφη Παναγιά» και όπου και αν σταθούμε η Παναγία,  μας παρακολουθεί με το άγιο και γαλήνιο βλέμμα της. Σήμερα η εικόνα αυτή έχει τοποθετηθεί σε ιδιαίτερη θέση για προσκύνημα και προστατεύεται από ωραιότατη κορνίζα και ασημένιο πουκάμισο αρίστης τέχνης. Το πουκάμισο αυτό είναι δωρεά ενός ζευγαριού για το μεγάλο θαύμα που έκανε η Μεγαλόχαρη στο παιδί τους, όπως διηγείται ο π. Χαράλαμπος:

«Ήταν το 1983, λίγες μέρες μετά το Πάσχα. Με πλησίασε μια γυναίκα και με παρακάλεσε να κατέβω στο μαιευτήριο Μητέρα στην Αθήνα για να αεροβαπτίσω το νεογέννητο παιδάκι της, που είχε πολύ υψηλό ίκτερο όπως με πληροφόρησε. Πέντε φορές του είχαν κάνει αφαιμαξομετάγγιση και δυστυχώς ο ίκτερος ανέβαινε και πάλι στους 30 βαθμούς. Μάλιστα οι γιατροί την είχαν διαβεβαιώσει ότι και να ζούσε το μωρό, που οι πιθανότητες ήταν ελάχιστες, θα ήταν ανάπηρο σωματικά η διανοητικά. Η μητέρα επειδή ήθελε οπωσδήποτε να γίνει νεκρώσιμη ακολουθία στο νεογέννητο παιδί της με παρακαλούσε να πάω στην Αθήνα να το αεροβαπτίσω. Συνεννοηθήκαμε και την άλλη μέρα κατέβηκα στο μαιευτήριο και το αεροβάπτισα. Χαιρέτισα και έφυγα από το μαιευτήριο και γύρισα στον Ορχομενό. Δεν πρόλαβα να γυρίσω και με ειδοποίησαν ότι με ψάχνει η μητέρα του παιδιού. Υπέθεσα ότι το μωρό είχε πεθάνει και με ήθελε για να κανονίσουμε την νεκρώσιμη ακολουθία. Την πήρα τηλέφωνο και γεμάτη από χαρά μου είπε να κατέβω στην Παναγία και να ανάψω μια λαμπάδα ευχαριστώντας την Κυρία Θεοτόκο για την σωτηρία του νεογέννητου παιδιού της. Ρώτησα τι είχε συμβεί και μου είπε: «δεν θα είχατε φύγει ακόμα από το μαιευτήριο, όταν μια νοσοκόμα με ειδοποίησε να πάω στο χώρο που βρισκόταν το παιδί μου. Μπαίνοντας μέσα άκουσα το παιδί μου για πρώτη φορά να κλαίει πολύ δυνατά. Το πλησίασα και είδα ότι η κιτρινίλα είχε εξαφανιστεί. Μάλιστα η νοσοκόμα, μου είπε ότι ήδη του πήραν αίμα για να κάνουν καινούρια μέτρηση και με παρακάλεσε να το θηλάσω. Έτρωγε πολύ λαίμαργα και με κοιτούσε στα μάτια. Όλα έδειχναν ότι το μωρό δεν είχε πια ίκτερο. Το επιβεβαίωσε και η εξέταση που είχε γίνει. Σε δυο μέρες μας έδωσαν εξιτήριο και γυρίσαμε στο χωριό. Το μωρό ήταν απολύτως καλά.». Το παιδί πλέον μεγάλωσε, σπούδασε ηλεκτρονικός, είναι ένας λεβέντης 1,90 και είναι μια χαρά, δεν έχει απολύτως κανένα σωματικό η διανοητικό πρόβλημα. Κάποια στιγμή οι γονείς έφτιαξαν το ασημένιο πουκάμισο, το οποίο έκτοτε σκεπάζει την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας μας.».

Για να συντηρηθεί η εκκλησία και να αποκατασταθούν οι ζημιές από τον εμπρησμό και οι φθορές του χρόνου χρειάστηκε μεγάλος αγώνας. Πολλοί άνθρωποι πίστεψαν ότι ήρθε η ώρα η εκκλησία να πάψει να λειτουργεί και να μετατραπεί σε μουσείο. «Θυμάμαι με συγκίνηση», αναφέρει και πάλι ο π. Χαράλαμπος, «λειτουργούσαμε για πολύ καιρό χωρίς παράθυρα και χωρίς θέρμανση. Χαρακτηριστικά ήταν τα πρώτα Θεοφάνεια που είχε χιονίσει. Ήτανε όλα χιονισμένα γύρω-γύρω και εμείς κάναμε μέσα την ακολουθία. Και θυμάμαι, μιλώντας στους Χριστιανούς, ξεκίνησα το κήρυγμα με αυτά που λέει ο Μέγας Βασίλειος για τους Σαράντα Μάρτυρες «Δριμὺς ὁ χειμών, ἀλλὰ γλυκύς ὁ Παράδεισος» και λέω στο εκκλησίασμα: «αυτά που ζούμε τώρα, θα τα θυμόμαστε κάποτε, θα δοξάζουμε το Θεό, γιατί με τη συμπεριφορά μας κρατήσαμε την εκκλησία στα χέρια μας» και πραγματικά υποχώρησαν οι αρμόδιοι, όπως και όλοι εκείνοι που ήθελαν να κάνουν την εκκλησία μουσείο. Κάναμε εράνους και χρηματοδοτήσαμε τις μελέτες, οι οποίες εγκρίθηκαν από το κεντρικό αρχαιολογικό συμβούλιο. Έγινε η αποκατάσταση του ναού, κατέβηκε το δάπεδο και τότε βρέθηκε το ψηφιδωτό δάπεδο του παλαιοχριστιανικού ναού, το πηγάδι και το σύνθρονο μέσα στο Άγιο Βήμα, το οποίο ήτανε θαμμένο. Το πλέον συγκλονιστικό ήταν οι τάφοι των κτητόρων, που βρήκαμε στον πρόναο, αλλά το ακόμα συγκλονιστικότερο ήταν οι τάφοι των πατέρων που σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους το 1821. Τους είχαν θάψει οι χριστιανοί ακριβώς έξω από το Άγιο Βήμα και κάτω από τον τρούλο σε ομαδικούς τάφους. Οι Ορχομένιοι μετά από την επιδρομή που έκανε ο Τούρκος πασάς το 1821, κατά την οποία έσφαξε τους περισσότερους από τους 60 μοναχούς που ζούσαν τότε στο μοναστήρι, έσκαψαν μέσα στην εκκλησία και τους ενταφίασαν. Μάλιστα όταν βρέθηκαν οι τάφοι έγινε μια συζήτηση με το σημερινό Αρχιεπίσκοπο για να μαζέψουμε τα οστά, τελικά όμως αποφασίσαμε να τους αφήσουμε στο σημείο που ενταφιάστηκαν και από τη θέση αυτή να τους πάρει ο Κύριος μας κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του.»

Ο ναός αποκαταστάθηκε κτιριακά, το τέμπλο όμως όχι ακόμα. Κανένα από τα δύο τέμπλα της εκκλησίας δεν είναι έτοιμο για να τοποθετηθεί. Από το μαρμάρινο τέμπλο του ενάτου (9ου) αιώνα σώζονται μόνο ορισμένα κομμάτια, ενώ το ξυλόγλυπτο τέμπλο της Τουρκοκρατίας χρήζει καθαρισμού και συντήρησης μετά τις φθορές που υπέστη από τον καπνό και την υψηλή θερμοκρασία κατά τη διάρκεια του εμπρησμού. Η αρχαιολογία αρχικά, στα πλαίσια της αναπαλαίωσης του μνημείου, αποφάσισε υπέρ της αναστήλωσης και επανατοποθέτησης του μαρμάρινου τέμπλου. Ωστόσο, στην πορεία αποφασίστηκε να επανατοποθετηθεί το ξυλόγλυπτο τέμπλο, το οποίο όμως δυστυχώς ακόμα δεν έχει συντηρηθεί. Μόλις πρόσφατα η 23η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ξεκίνησε τη συντήρηση του κυρίως σώματος του τέμπλου, ενώ οι εικόνες του έχουν ήδη συντηρηθεί και φυλάσσονται.

_______________________________________________________________________
Επιστροφή Σε:                                                        ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΕ ΕΠΟΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ:
Η περίοδος 1855 – 1995                                                                     ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΘΑΥΜΑ
_______________________________________________________________________

..............................................................................................................................................................
Μοιραστείτε το

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *